ἐλευθεροῦν


ἐλευθεροῦν
ἐλευθερόω
set free
pres part act masc voc sg
ἐλευθερόω
set free
pres part act neut nom/voc/acc sg
ἐλευθερόω
set free
pres inf act (epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • CLEMENTIA — tamquam numen ab antiquis colebatur, unde Plutarchus scribit, in Caesare, eius Clementiae templum non ab eius moribus abhorrens decretum fuisse. Simile quid de Atheniensibus legimus, quos in Foro Urbis aram Misericordiae erexisse, ad quam non… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • οικογενής — ές (Α οἰκογενής, ές) νεοελλ. ιατρ. χαρακτηρισμός νόσου η οποία εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα σε μια οικογένεια και η οποία οφείλεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε κληρονομικότητα («η αιμοφιλία είναι οικογενής νόσος») αρχ. 1. (για δούλους)… …   Dictionary of Greek

  • προφέρω — ΝΜΑ, και προφέρνω Ν εκφωνώ, αρθρώνω φθόγγους ή φράσεις, ξεστομίζω (α. «δεν μπόρεσε να προφέρει λέξη» β. «ζῷα ἀνθρωπίνας προφέροντα φωνάς», Σέξτ. Εμπ. γ. «μῡθον προφέρων», Ευρ.) μσν. αρχ. φέρνω, δίνω ύπαρξη σε κάτι, παράγω (α. «σοφίαν τοῡ Θεοῡ...… …   Dictionary of Greek